Πέμπτη 26 Ιουλίου 2007

Μαύρος κόρακας στη βροχή

Μαύρος κόρακας στη βροχή

Πάνω στο ξερό κλαδί εκεί ψηλά
Κουρνιάζει ένας βρεγμένος μαύρος κόρακας
Που στρώνει ξανά και ξανά το φτέρωμά του μες στη βροχή.
Δεν αναμένω ένα θαύμα.
Ή ένα ατύχημα

Να πυροδοτήσουν την όρασή μου
Μες στα μάτια μου, ούτε ψάχνω
Πια στον ανερμάτιστο καιρό κάποιο σχέδιο,
Μόνο αφήνω τα λεκιασμένα φύλλα να πέφτουν όπως πέφτουν,
Χωρίς τελετή ή οιωνό.

Παρ’ όλο που, το ομολογώ, κάποιες φορές επιθυμώ
Κάποια ανταπόκριση απ’ τον βουβό ουρανό,
Δεν έχω στ’ αλήθεια παράπονο:
Κάποιο αμυδρό φως μπορεί ακόμα
Να ξεπηδήσει λευκόπυρρο
Απ’ της κουζίνας το τραπέζι ή την καρέκλα

Σαν μια ουράνια φωτιά που πότε πότε
Κατέχει τα πιο αμβλεία αντικείμενα –
Καθαγιάζοντας έτσι ένα διάστημα
Αλλιώς ασυνεπές
Επιδίδοντάς του γενναιοδωρία, τιμή,

Κάποιος ίσως πει αγάπη. Ούτως ή άλλως, τώρα περπατώ
Επιφυλακτική (γιατί θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και σ’ αυ-
τό το μουντό, ερειπωμένο τοπίο) δύσπιστη,
Παρ’ όλα αυτά συνετή, αγνοώντας
Πως ένας άγγελος ίσως διαλέξει να φεγγοβολήσει
Άξαφνα δίπλα μου. Γνωρίζω μόνο πως ένας κόρακας
Που τακτοποιεί τα μαύρα φτερά του μπορεί να λάμψει τόσο

Ώστε ν’ αδράξει τις αισθήσεις μου, ν’ ανασηκώσει
Τα βλέφαρά μου και να μου παραχωρήσει
Μια σύντομη ανάπαυλα από τον φόβο
Της απόλυτης ουδετερότητας. Με λίγη τύχη,
Μοχθώντας επίμονα μέσα απ’ αυτήν την εποχή
Της κόπωσης,

Θα συρράψω ένα κάποιο κίβδηλο
Περιεχόμενο. Τα θαύματα συμβαίνουν,
Αν σ’ αρέσει να αποκαλείς αυτά τα σπασμωδικά
Τεχνάσματα ακτινοβολίας θαύματα. Η αναμονή άρχισε ξανά,
Η μακριά αναμονή για τον άγγελο,
Γι’ αυτήν τη σπάνια, τυχαία κάθοδο.

Sylvia Plath

Δεν υπάρχουν σχόλια: